ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΓΙΑ ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΗΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΚΥΠΡΟΥ - ΙΣΡΑΗΛ
Του Άριστου Αριστοτέλους
Οι πρόσφατες δημόσιες αναφορές περί σύστασης κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης επιπέδου ταξιαρχίας, αποτελούμενης από περίπου 2.500 στελέχη από Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ, με ναυτική και αεροπορική υποστήριξη, δεν ανταποκρίνονται σε ρεαλιστικές στρατιωτικές και επιχειρησιακές παραμέτρους. Ορθώς, συνεπώς, ο Κύπριος Υπουργός Άμυνας προέβη σε διάψευση των σχετικών δημοσιευμάτων.
Προβληματισμό, ωστόσο, προκαλεί το γεγονός ότι τέτοιες προσεγγίσεις υιοθετούνται ή και προβάλλονται στο δημόσιο λόγο από πρόσωπα με θεσμικό ή επιστημονικό υπόβαθρο στον χώρο της άμυνας και της στρατηγικής. Η άκριτη υποστήριξη παρόμοιων σεναρίων ενέχει κινδύνους, καθώς δημιουργεί εσφαλμένες προσδοκίες και συγχέει την έννοια της στρατιωτικής συνεργασίας με εκείνη μιας λειτουργικής συμμαχικής δύναμης.
Στην πράξη, μια τέτοια τριμερής δύναμη δεν μπορεί να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει αποτελεσματικά για τους σκοπούς που της αποδίδονται. Πρώτον, οι τρεις χώρες αντιμετωπίζουν διαφορετικής φύσεως απειλές, σε διαφορετικά γεωγραφικά και επιχειρησιακά περιβάλλοντα, με ελάχιστα κοινά σημεία που να δικαιολογούν ενιαίο σχεδιασμό άμεσης στρατιωτικής αντίδρασης. Δεύτερον, απουσιάζει το απαραίτητο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που θα ρύθμιζε ζητήματα διοίκησης, κανόνων εμπλοκής, πολιτικού ελέγχου και ευθύνης σε περίπτωση κρίσης. Τρίτον, δεν υφίσταται η απαιτούμενη μόνιμη οργάνωση, δομή, υποδομή και διαλειτουργικότητα που θα επέτρεπαν σε μια τέτοια δύναμη να ενεργοποιηθεί άμεσα και αξιόπιστα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πρώτη σοβαρή δοκιμασία θα οδηγούσε με μεγάλη πιθανότητα είτε σε επιχειρησιακή παράλυση είτε σε αποδόμηση της όλης προσπάθειας. Το σοβαρότερο, όμως, είναι ότι η Κύπρος – ως το πιο ευάλωτο μέρος της εξίσωσης – θα κινδύνευε να βρεθεί εκτεθειμένη, είτε λόγω ψευδούς αίσθησης ασφάλειας είτε επειδή τέτοιες εξαγγελίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως πρόσχημα για τη δημιουργία νέων τετελεσμένων εις βάρος της.
Η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών έχει αξία όταν βασίζεται σε ρεαλισμό, σαφήνεια σκοπών και σταδιακή οικοδόμηση δυνατοτήτων. Η μετατροπή της σε επικοινωνιακό αφήγημα περί «συμμαχικής δύναμης ταχείας αντίδρασης» δεν ενισχύει την αποτροπή· αντιθέτως, εγκυμονεί κινδύνους και αποπροσανατολίζει από τις πραγματικές ανάγκες άμυνας και ασφάλειας.